Showing posts with label Memento Mori. Show all posts
Showing posts with label Memento Mori. Show all posts

Tuesday, 8 July 2008

Memento Mori - Κεφάλαιο 5

"MEMENTO MORI"
Κεφάλαιο 5

Δαίμονες προσπαθούν να δελεάσουν τον ετοιμοθάνaτο άντρα, κάτω από το αποδοκιμαστικό βλέμμα της Παναγίας, του Χριστού και του Θεού (c.1460)


Η πίστη του Αντώνη στο Θεό σταμάτησε από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του. Δεν μπορούσε να πιστεύει σε μια κάποιον που, ενώ δίδασκε την αληθινή αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, θεωρούσε άτομα σαν κι αυτόν "βδέλυγμα" και "μέγα αμαρτωλούς" επειδή απλά τόλμησε και αγάπησε κάποιον του ιδίου φύλου. Μισούσε Αυτόν που έφερε καταστροφές και τόσα κακά στην ανθρωπότητα και καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια και απλά να παρατηρεί. Όχι, δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος που ενώ αγαπάει τους ανθρώπους να μην κάνει απολύτως τίποτα για να τους βοηθήσει. Κανείς δεν νοιάζεται για μας παρά μόνο εμείς, όσο εγωιστικό και απόλυτο κι αν φαίνεται αυτό. Και μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι σχέσεις του με την θρησκεία απλά χειροτέρεψαν. Ο ίδιος έπρεπε να συμπαρασταθεί στην μητέρα του, να φέρει φαγητό στο σπίτι, να πληρώνει λογαριασμούς, να σπουδάζει χωρίς την παραμικρή βοήθεια. Κανείς δεν νοιάστηκε γι’ αυτούς. Κανείς δεν άκουσε τις προσευχές του. Που ήταν ο Θεός όταν Τον χρειάζονταν; Που ήταν όταν κάθε βράδυ έκλεγε κάτω από τα σκεπάσματα μην αντέχοντας άλλο την καταθλιπτική ζωή του; Και σήμερα μαθαίνοντας όλα αυτά δεν ήξερε ποιόν μισεί περισσότερο: τον Θεό που δεν τον άκουσε ούτε μια φορά; Ή τον Διάβολο που του πήρε ό, τι αγαπούσε από κοντά του;

Όλη την διαδρομή από του Χρήστου μέχρι το σπίτι του την περπάτησε. Δεν τον ένοιαζε η απόσταση ούτε και η κούραση που ένιωθε, ήθελε απλά να χαθεί στις σκέψεις του και να σκεφτεί τις επόμενες κινήσεις του. Τα στοιχεία που είχε ήταν όντως πολύ λίγα και οι πιθανότητες να μη τα καταφέρει ήταν από ελάχιστες ως μηδαμινές. Πως κάποιος σαν κι αυτόν, χωρίς καμία βοήθεια θα μπορέσει να τα βάλει με την Στρατιά του Σκότους; Και που θα τους έβρισκε; Και τότε θυμήθηκε τις σκισμένες σελίδες του "ημερολογίου" του πατέρα του. Γιατί τις έσκισε; Μήπως ήθελε κάτι να κρύψει; Κάτι να φυλάξει; Κάτι να ξεχάσει; Κι αν ναι τι ήταν αυτό; Και κυρίως που βρίσκονταν αυτές οι σελίδες; Η μόνη του ελπίδα ήταν αυτές οι απαντήσεις να υπήρχαν εκεί μέσα και να βρίσκονταν ακόμα κάπου μέσα στο σπίτι του.

Φτάνοντας στο σπίτι του, νύχτα πια, είδε από μακριά μόνο δυο αστυνομικούς έξω από την πόρτα.

- Γαμώτο, σκέφτηκε. Πρέπει να βρω τρόπο να μπω μέσα χωρίς να με δουν.

Σκέφτηκε να δοκιμάσει και την πίσω αυλή του σπιτιού του. Προχώρησε προς αυτή μέσω ενός παράδρομου που υπήρχε εκεί για να μην τραβήξει κανενός την προσοχή. Φτάνοντας παρατήρησε πως δεν ήταν κανένας αστυνομικός τριγύρω.

- Να η ευκαιρία μου, είπε. Ή τώρα ή ποτέ, και έτρεξε προς την πόρτα.

Την ξεκλείδωσε και την άνοιξε όσο πιο σιγά μπορούσε. Μπαίνοντας στην κουζίνα η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Αν και φωτίζονταν μόνο από το φως του ολόγιομου φεγγαριού, πρόσεξε πως τα περισσότερα ήταν έτσι όπως τα είχε αφήσει το προηγούμενο βράδυ. Το πτώμα της μητέρας του, όμως, το είχαν μετακινήσει και στην θέση του όπου πια υπήρχε μόνο ένα ζωγραφισμένο περίγραμμα ενώ τα αίματα ήταν ακόμα παντού. Τα τελευταία λόγια της αντηχούσαν ακόμα στο μυαλό του σαν χίλιες κατάρες που ήθελαν να τον αποδυναμώσουν. Να τον κάνουν να νιώσει ευάλωτος και αδύναμος για άλλη μια φορά. Γρήγορα όμως επανέφερε τις σκέψεις του στον σκοπό που είχε έρθει εδώ. Να βρει περισσότερα στοιχεία που θα τον οδηγούσαν σ’ αυτούς που θέλουν να κάνουν την Αποκάλυψη πραγματικότητα.

Παρόλο το σκοτάδι, ο Αντώνης μπορούσε να προχωρήσει στο σπίτι του χωρίς να κάνει φασαρία. Τόσα χρόνια έμενε εξάλλου, είχε μάθει που βρισκόταν το κάθε τι και μπορούσε να κινείτε με τρομερή ευκολία. Φτάνοντας στην σκάλα, την ανέβηκε πατώντας στις μύτες των ποδιών του για να μην κάνει φασαρία και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. Εκεί άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου του που υπήρχε δίπλα από το κρεβάτι του και πήρε το μικρό φακό που είχε. Τώρα το δύσκολο μέρος είναι να βρει τις χαμένες σελίδες. Το καλύτερο μέρος σκέφτηκε είναι να αρχίσει να ψάχνει από εκεί που βρήκε το ημερολόγιο για πρώτη φορά. – στη σοφίτα. Άνοιξε τον φακό του και ανέβηκε πάνω. Η σοφίτα του φαινόταν, από μικρό, ακόμα πιο τρομαχτική τα βράδια με το φως του φεγγαριού να δημιουργεί περίεργες σκιές στο δωμάτιο ενώ η σκόνη που υπήρχε παντού να κάνει την ατμόσφαιρα ακόμα πιο αποπνικτική. Με τον φακό του φώτιζε τριγύρω μήπως και ανακαλύψει κάτι περίεργο, κάτι που να μην το είχε προσέξει πριν. Μετακίνησε μπαούλα, πράγματα από δω κι από εκεί αλλά όπου και να έψαχνε δεν έβρισκε τίποτα. Άρχισε να πιστεύει πως οι σελίδες τελικά δεν υπήρχαν στην σοφίτα. Απογοητευμένος γύρισε να φύγει όταν ένιωσε το πόδι του να βουλιάζει… Κοίταξε κάτω και πρόσεξε ότι μια από τις σανίδες του πατώματος είχε σηκωθεί ελαφρά.

- Τι έχουμε εδώ; σκέφτηκε και έσκυψε για να δει καλύτερα.

Φωτίζοντας την σανίδα, την τράβηξε πιο πέρα και από κάτω της ακριβώς ανακάλυψε ένα μικρό μεταλλικό κουτάκι. Γεμάτος αγωνία και με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά, το πήρε και το άνοιξε. Μέσα είδε διάφορες φωτογραφίες αρκετά παλιές οι οποίες έδειχναν διάφορα άτομα – άντρες και γυναίκες – που δεν είχε ξαναδεί. Από κάτω έγραφαν ημερομηνίες που μάλλον είχαν τραβηχτεί οι φωτογραφίες. Όλες ήταν του 1972 ενώ μερικές ήταν αρκετά θαμπές και δεν μπορούσε να διακρίνει τα πρόσωπα. Μέσα υπήρχε κι ένα κομμάτι ενός υφάσματος. Το πήρε και το ξετύλιξε. Ένα μαύρο μαχαίρι, περίτεχνα σφυρηλατημένο με περίεργα κόκκινα σύμβολα στην λαβή του. Όταν το έπιασε ένιωσε μια περίεργη δύναμη να τον διαπερνά.

- Τι στο καλό είναι αυτό; σκέφτηκε. Για να είναι εδώ πρέπει να είναι σημαντικό, είπε και το έβαλε στην πίσω τσέπη του παντελονιού του.

Καθώς συνέχιζε να ψάχνει στο κουτί είδε μέσα κι μερικά χαρτιά – τις σελίδες του "ημερολογίου". Αμέσως άρχισε να διαβάζει την πρώτη όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

"20 Φεβρουαρίου

Ποτέ στην ζωή μου δεν έχω φοβηθεί τόσο. Οι ψίθυροι ακούγονται κάθε μέρα ολοένα και πιο δυνατά. Από τότε που σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια τον Αντώνη. Είδα το μωρό μου να ξεψυχάει στα χέρια μου!...
"

Ο Αντώνης σταμάτησε. Για μια στιγμή δεν πίστευε αυτό που διάβασε! Δεν μπορεί… Ο πατέρας του ήταν γκέι; Μα πως; Δεν μπορούσε να το πιστέψει… Ποτέ του δεν είχε δείξει κάποια τέτοια συμπεριφορά όσο ζούσε. Σκέφτηκε πως όσο και αγαπημένοι να ήταν με τον πατέρα του ένιωσε πως ποτέ του δεν τον ήξερε καλά, μέχρι πριν λίγες μέρες όπου ανακάλυψε αυτό το βιβλίο. Σοκαρισμένος συνέχισε να διαβάζει παρακάτω.

"…Ανακάλυψα την είσοδο του υπόγειου Μαυσωλείου όπου ζουν αυτά τα ανίερα όντα μαζί με την βοήθεια της Άννας όπου ήταν πραγματικά πολύτιμη. Αν και την ξέρω μόνο λίγες εβδομάδες, ήταν η μόνη που μου συμπαραστάθηκε τόσο πολύ και οι γνώσεις της γύρω από το θέμα ήταν τρομερές. Απόψε το βράδυ δώσαμε ραντεβού στην πλατεία. Από εκεί θα αρχίσει και το ταξίδι μας για την Εκκλησία του Σκότους. Ελπίζω να βγω ζωντανός απ’ όλο αυτό. Ελπίζω να καταφέρω να εξιλεωθώ από τις αμαρτίες μου… Ελπίζω να καταφέρω να ξαναπάρω την ζωή μου πίσω. Για σένα…"

Στην επόμενη σελίδα πρόσεξε έναν χάρτη όπου υπήρχε κυκλωμένο ένα πάρκο της πόλης ενώ ακριβώς από πίσω υπήρχε ένα απόκομμα ενός δεύτερου χάρτη, που έμοιαζε σαν λαβύρινθος με ένα μεγάλο κόκκινο Χ πάνω του. Ήταν σίγουρος πως εκεί ήταν που έπρεπε να πάει. Έβαλε τα χαρτιά στην τσάντα του, τοποθέτησε πίσω την σανίδα και ετοιμάστηκε να φύγει. Καθώς κατέβηκε την σκάλα από την σοφίτα άρχισε να ακούει και πάλι τους ψίθυρους στο κεφάλι του. Και τότε μπροστά του είδε κάποιον να τον πλησιάζει.

O Θάνατος και ο Διάβολος εκπλήσουν δυο γυναίκες

- Πραγματικά, πίστευες πως θα μπορούσες να μας νικήσεις; είπε μια γνώριμη φωνή.
- Ποιος… ποιος είναι;
- Τόσο γρήγορα ξεχνάς την μοναδική σου αγάπη;
- Μ… Μ… Μίλτο; τραύλισε ο Αντώνης καθώς ένοιωθε το κεφάλι του έτοιμο να σπάσει.

Η φιγούρα άρχισε να τον πλησιάζει και τότε πρόσεξε πως το πρόσωπό του ήταν γεμάτο χαρακιές και αίματα. Τρομαχτικό όσο τίποτε άλλο. Τα μάτια του άδεια, σαν της μητέρας του όταν την είδε για πρώτη φορά να μεταμορφώνεται σε αυτό το πλάσμα.

- Αυτός ο πουστράκος δεν υπάρχει πια, είπε με μια φωνή περίεργη φωνή – ούτε ανδρική μα ούτε γυναικεία.
- Όχι!... Λες ψέματα…

Ο δαίμονας γέλασε. Ένα γέλιο που έκανε τον Αντώνη να αισθανθεί ένα ρίγος να διαπερνά το σώμα του.

- Πάντα ήσουν τόοοοσο αφελής! Το ξέρεις ότι ήσουν ο χειρότερος μου εραστής. Ξέρεις ότι γαμούσα κι άλλους όταν τα είχαμε; Ότι σε απατούσα;
- Σταμάτα… Σε παρακαλώ…
- Ποτέ μου δεν σ’ αγάπησα πραγματικά. Από λύπη ήμουν μαζί σου. Σε λυπόμουν. Εγώ ποτέ δεν ήμουν αδερφάρα σαν κι εσένα. Είχα όποια γκόμενα γούσταρα και πηδιόταν καλύτερα από σένα…
- ΣΚΑΣΕΕΕΕΕ!! φώναξε ο Αντώνης και έτρεξε προς το μέρος του.

Τον έπιασε από την μέση και με όλη του την δύναμη τον έσπρωξε στον τοίχο. Ο δαίμονας ξαφνιάστηκε από αυτή την επίθεση και προς στιγμή τα έχασε. Ο Αντώνης έτρεξε προς τις σκάλες, αλλά ο δαίμονας τον έπιασε από τον πόδι και τον έριξε κάτω.

- Δεν πρόκειται να μου ξεφύγεις τόσο εύκολα!

Ο δαιμονισμένος Μίλτος όρμισε πάνω στον Αντώνη ο οποίος την τελευταία στιγμή έβγαλε το μαχαίρι από την τσέπη του και του το έμπηξε στον ώμο. Ο δαίμονας ούρλιαξε από πόνο καθώς ο Αντώνης τραβούσε ο μαχαίρι από πάνω του. Σηκώθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και έτρεξε προς τις σκάλες.

- Καριόλη! Θα το πληρώσεις πολύ ακριβά αυτό!!

Σηκώθηκε όρθιος και με μια κίνηση του χεριού του έκανε τον Αντώνη να χτυπήσει στον απέναντι τοίχο με τόση δύναμη που λες και μόλις τον χτύπησε κάποιο αόρατο αυτοκίνητο. Ο Αντώνης πονούσε σε όλο του σώμα ζαλιζόταν από αυτό το ξαφνικό χτύπημα. Ο δαίμονας ήρθε και στάθηκε δίπλα στον Αντώνη. Το πρόσωπο του φαινόταν ακόμα πιο αποκρουστικό κάτω από το ημίφως. Ο Αντώνης ήθελε όλα να τελειώσουν. Δεν άντεχε πια αυτό το συνεχές κυνηγητό. Ένιωθε πως έπρεπε να παραδώσει τα όπλα…

- Σε παρακαλώ, πριν με σκοτώσεις θέλω να δω για τελευταία φορά τον Μίλτο. Θέλω να δω για τελευταία φορά το πρόσωπο του ανθρώπου που πραγματικά αγάπησα, είπε με δάκρυα στα μάτια και τον πόνο εμφανή στο πρόσωπό του.
- Χμ! Πολύ καλά λοιπόν. Ο Μίλτος θα είναι αυτός που θα σε σκοτώσει. Αυτό θέλω να είναι και το τελευταίο πράγμα που θα δείς. Τον άνθρωπο που σε αγάπησε να σε σκοτώνει... Έλα, λοιπόν, να με αγκαλιάσεις. Έλα να με φιλήσεις. Έλα να μου κάνεις έρωτα…, είπε καθώς το πρόσωπό και η φωνή του άλλαζαν σε αυτές του Μίλτου. Έλα μωρό μου κοντά μου. Έλα να σου δείξω τι πραγματικά σημαίνει αγάπη…, και άνοιξε την αγκαλιά του.

Οι ψίθυροι άρχισαν να μετατρέπονται σε φωνές στο κεφάλι του Αντώνη οι οποίες τον έκαναν να μην μπορεί να σκεφτεί καθαρά. Ούρλιαξε από τον πόνο! Και τότε σταμάτησαν… Δεν άκουγε τίποτα. Νεκρική σιγή. Το μόνο που έβλεπε μπροστά του ήταν το μωρό του να τον περιμένει.

- Μωρό μου;…, τραύλισε.
- Ναι, Αντώνη μου, είπε ο Μίλτος μπροστά του. Ναι, αγάπη μου. Εγώ είμαι. Έλα εδώ. Θα είμαστε για πάντα μαζί και δεν θα αφήσω κανέναν να μας χωρίσει πια. Ποτέ… Όλα θα τελειώσουν. Όλα…

Τα λόγια του ακούστηκαν σαν βάλσαμο στα αυτιά του Αντώνη. Ήθελε τόσο πολύ να τελειώσουν όλα αυτά. Να ξυπνήσει από τον εφιάλτη αυτό.

- Ναι, αγάπη μου… Όλα θα τελειώσουν, είπε, μπήκε στην αγκαλιά του και έκλεισε τα μάτια του.

Για μια στιγμή κανείς τους δεν έκανε τίποτα. Ο Μίλτος κοίταξε γεμάτος έκπληξη τον Αντώνη.

- Σ’ αγαπώ, του ψιθύρισε στο αυτί ο Αντώνης βγάζοντας το μαύρο μαχαίρι που μόλις είχε μπήξει στην κοιλιά του. Τα σύμβολα πάνω στην λαβή άρχισαν να βγάζουν μια παράξενη λάμψη.

Ο Μίλτος απλά τον κοιτούσε με ένα παγωμένο βλέμμα χωρίς να βγάλει λέξη. Κρατώντας τον στην αγκαλιά του, ο Αντώνης άρχισε να τον αφήνει σιγά-σιγά στο κρύο πάτωμα.

- Σ’ αγαπώ… ψιθύρισε για άλλη μια φορά αφήνοντας το πτώμα του Μίλτου από την αγκαλιά του.
- Αντώνη;

Κοίταξε μπροστά του και πρόσεξε τον Χρήστο να στέκετε άναυδος με όλα όσα είχε μόλις παρακολουθήσει.

- Τι κάνεις εδώ; τον ρώτησε με τρεμάμενη φωνή ο Αντώνης.
- Σκότωσες τον Μίλτο; Χριστέ μου! Τι έκανες;
- Δεν ήταν ο Μίλτος αλλά ένας από τους "Άλλους". Ο Μίλτος ήταν ήδη νεκρός…

Ο Χρήστος απλά τον κοιτούσε με έναν τρόμο στα μάτια του.

- Δεν απάντησες στην ερώτησή μου Χρήστο. Τι κάνεις εσύ εδώ; τον ρώτησε με έναν αρκετά σοβαρό τόνο αυτή την φορά.
- Ε… Δεν… Δεν θα μπορούσα να σε αφήσω μόνο σου μετά από όλα αυτά που μου είπες σπίτι μου. Ήθελα να σε βοηθήσω να σταματήσει αυτή η τρέλα… Αντώνη όλα αυτά είναι στο μυαλό σου. Πρέπει να παραδοθείς στην αστυνομία…
- Δεν χρειάζομαι την βοήθεια κανενός, του είπε καθώς τον πλησίαζε. Και αυτό που θα σου πω θέλω να το βάλεις καλά στο μυαλό σου.

Τον κοίταξε και τα μάτια του έβγαζαν φλόγες. Ένιωθε θυμωμένος, η αδρεναλίνη του είχε χτυπήσει κόκκινο. Ο Χρήστος απλά κοκάλωσε βλέποντας τον φίλο του σε αυτή την κατάσταση να είναι απλά σε απόσταση αναπνοής από μπροστά του κρατώντας το μαχαίρι στο χέρι του.

- ΔΕΝ – ΕΙΜΑΙ – ΤΡΕΛΟΣ…, φώναξε τραβώντας το μαύρο μαχαίρι και βάζοντας το στην καρωτίδα του φίλου του.

Ο Χρήστος δεν κουνήθηκε…

- Αν ήμουν, τώρα εσύ θα ήσουν ήδη νεκρός…, του ψιθύρισε στ’ αυτί.

Λέγοντάς του τα λόγια αυτά αποτραβήχτηκε, έβαλε το μαχαίρι στην τσέπη του και άρχισε να τρέχει. Ο Χρήστος δεν κουνήθηκε ούτε σπιθαμή καθώς έβλεπε τον φίλο του να φεύγει από το σπίτι. Ο Αντώνης είδε έξω τους δύο αστυνομικούς πεσμένους στον δρόμο να κείτονται μέσα σε μια λίμνη αίματος με τα στήθη τους ορθάνοιχτα και τα σωθικά τους πεταμένα από δω κι από κει. Και τότε ένιωσε μια περίεργη δύναμη να τον σπρώχνει πάνω στον απέναντι τοίχο με μανία. Πέφτοντας κάτω όλο το σώμα του πονούσε απίστευτα. Γύρισε και είδε δύο φιγούρες να έρχονται προς το μέρος του…

Και μετά… Σκοτάδι…

Vanitas του Philippe De Champaigne (c.1671)


(Επειδή τελικά μου βγήκε λίγο παραπάνω από ότι περίμενα - *sigh* - το επόμενο μέρος θα είναι και το τελευταίο μαζί με τον μικρό επίλογο).


27 και σήμερα...

Saturday, 21 June 2008

Memento Mori - Κεφάλαιο 4

"MEMENTO MORI"
Κεφάλαιο 4

"Οι Τέσσερις Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης" του Viktor Vasnetsov (1887)


Ο Αντώνης ξύπνησε με το πρώτο φως της μέρας. Όλο το σώμα του πόναγε καθώς είχε κοιμηθεί πάνω σε ένα πεταμένο και κατεστραμμένο στρώμα που βρήκε κάπου σε έναν όροφο της οικοδομής. Ο πονοκέφαλος του ήταν πιο έντονος το πρωινό αυτό, πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Μέσα σε μια μέρα η ζωή του άλλαξε. Σκέφτηκε όλα όσα είδε, όλα όσα συνέβησαν μπροστά στα μάτια του. Η μητέρα του νεκρή από τα ίδια του τα χέρια, περίεργα πλάσματα να τον κυνηγούν με τον Μίλτο να είναι υποχείριό τους και ο πατέρας του να είναι ο μυστηριώδης συγγραφέας του "ημερολογίου". Και αυτός μόνος του… Κυνηγημένος, διωγμένος από το ίδιο του σπίτι. Κατάδικος για έναν φόνο που δεν έφταιγε εκείνος.

- Όλο αυτό είναι ένας εφιάλτης… Ναι… Αυτό πρέπει να είναι… Εφιάλτης, και σε λίγο θα ξυπνήσω.

Αλλά γιατί δεν ξυπνούσε; Θεέ μου! Ένοιωθε τόσο φοβισμένος… Τόσο μόνος.

- Πρέπει να βρω την δύναμη να ηρεμίσω. Πρέπει να φανώ δυνατός. Δεν θα τους αφήσω να με νικήσουν…, είπε και σηκώθηκε από το στρώμα.

Έφυγε από την οικοδομή πριν καλά-καλά έρθουν οι εργάτες. Ήταν γεμάτος σκόνη, αίματα και ιδρώτα. Βρομούσε από την κορυφή ως τα νύχια. Καθώς περπατούσε στο δρόμο, έβλεπε την απέχθεια του κόσμου ζωγραφισμένη στα μάτια τους καθώς τον απέφευγαν. Προσπαθούσε να μην δίνει σημασία και να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να δει που βρίσκεται και πόσο μακριά είναι από το σπίτι του. Κοίταξε γύρω την περιοχή και την οδό. Σίγουρα κάτι του θύμιζε… Ναι! Ήταν μόλις λίγα τετράγωνα πιο πέρα από εκεί που έμενε. Καθώς άρχισε να προχωράει με αργά και σταθερά βήματα προς το σπίτι του έβγαλε το κινητό του από την τσάντα. 15 αναπάντητες κλήσεις από τον Χρήστο! Αμέσως τον κάλεσε…

- Ναι; Χρήστο μ’ ακούς;
- Ναι; Ποιος είναι; ακούστηκε η αγουροξυπνημένη φωνή του Χρήστου από την άλλη άκρη της γραμμής.
- Ο Αντώνης είμαι, είπε προσπαθώντας να μην φωνάζει και τόσο.
- Αντώνη;!;! Χριστέ μου; Είσαι καλά φίλε μου; Άκουσα στις ειδήσεις ότι ένα τρομερό έγκλημα έγινε χτες κοντά στο κέντρο της Αθήνας και έδειχναν το σπίτι σου! Χριστέ μου, η μητέρα σου έλεγαν πως είναι νεκρή κι ότι εσύ αγνόησε!! Όταν προσπαθούσα να σε πάρω τηλέφωνο κι εσύ δεν το σήκωνες σκέφτηκα τα χειρότερα, είπε ο Χρήστος που απ’ ότι φαίνεται είχε ξυπνήσει για τα καλά τώρα.
- Καλά είμαι εγώ, μην ανησυχείς. Έγιναν πολλά πράγματα χτες που δεν μπορώ να στα πω από το τηλέφωνο. Πρέπει να έρθω να σε δω… Πότε μπορώ να έρθω στο σπίτι σου.
- Είσαι καλά φίλε μου; Εννοείτε να έρθεις να με δεις όποτε θες. Και τώρα μάλιστα. Ο Μίλτος; Ο Μίλτος σε πήρε κανένα τηλέφωνο;
- Θα στα πω όλα με λεπτομέρειες όταν φτάσω, του είπε ενώ αυτή την φορά η φωνή του φαινόταν αρκετά αγχωμένη.
- ΟΚ. ΟΚ. Σε περιμένω. Όποτε μπορείς έλα.
- Εντάξει. Α, και που είσαι. Μην ανοίξεις σε κανέναν την πόρτα εκτός κι αν είμαι εγώ. Ούτε στον Μίλτο. Σε κανέναν! Το κατάλαβες;
- Αντώνη… Τι συμβαίνει…;
- Απλά κάνε αυτό που σου λέω. Μην – ανοίξεις – την – πόρτα – σε – κανέναν!
- ΟΚ… Σε κανέναν…

Έκλεισε το τηλέφωνο. Το σπίτι του ήταν μόλις λίγα στενά μακριά. Λίγο πριν φτάσει, παρατήρησε αρκετό κόσμο καθώς και πολλά περιπολικά έξω απ' αυτό. Δεν έπρεπε να τον δουν. Σίγουρα θα τον πήγαιναν μέσα για ανάκριση, άσε που με τα δαχτυλικά αποτυπώματα του να βρίσκονταν παντού στο σπίτι και γύρω από το δωμάτιο του εγκλήματος σίγουρα η αστυνομία θα πίστευε πως αυτός είναι ο κύριος ύποπτος. Αμέσως άλλαξε κατεύθυνση πριν τον δουν και κατευθύνθηκε περπατώντας προς το Μετρό για να πάει στον Χρήστο.

Η Αθήνα, για πρώτη φορά στην ζωή του, η πόλη που μεγάλωσε και αγάπησε από μικρός άρχισε να του φαίνεται τόσο ξένη, τόσο τρομαχτική. Οι δρόμοι της τόσο αφιλόξενοι και σκοτεινοί. Ένοιωθε ξένος στην ίδια του την πόλη. Έβλεπε τον ανθρώπους γύρω του να περπατάνε αμέριμνοι και να συζητάνε με άλλους διάφορα πράγματα, χωρίς να ξέρουν τίποτα για το ότι υπάρχει κάτι εκεί έξω. Κάτι σκοτεινό και επικίνδυνο. Μακάρι να μπορούσε να τους προειδοποιήσει με κάποιον τρόπο, αλλά σίγουρο ήταν πως θα τον περνούσαν για κάποιον τρελό όπως αυτούς στην τηλεόραση και στους δρόμους που φωνάζουν πως η Δευτέρα Παρουσία είναι προ των πυλών. Έτσι, συνέχισε να περπατάει με ολοένα και πιο γρήγορα προς το Σύνταγμα.

Έφτασε στο Μετρό και κατέβηκε τα σκαλιά. Προσπάθησε να μην τραβήξει τα βλέμματα των φρουρών και προχωρούσε με σκυμμένο το κεφάλι ανάμεσα στο πλήθος κόσμου που πηγαινοέρχονταν στον σταθμό. Μπήκε στον συρμό και μέσα σε λίγα λεπτά έφτασε στον προορισμό του. Βγαίνοντας η ζέστη τον ζάλισε λίγο, μιας και είχε αρκετές ώρες να πιεί νερό και ένοιωθε αρκετά κουρασμένος. Αφού κοντοστάθηκε για λίγο συνέχισε, προσπαθώντας να μην τραβήξει διάφορα περίεργα βλέμματα πάνω του, προς το σπίτι του Χρήστου.

Φτάνοντας, κοίταξε γύρω του μήπως υπάρχει κανείς και χτύπησε το κουδούνι. Αμέσως ακούστηκε η γνώριμη φωνή του φίλου του.

- Ποιος είναι;
- Άνοιξε. Ο Αντώνης είμαι.

Μπαίνοντας μέσα, πήρε το ασανσέρ και ανέβηκε στον όροφο όπου έμενε ο Χρήστος. Χτύπησε την πόρτα και μετά από λίγα δευτερόλεπτα η πόρτα άνοιξε.

- Ευτυχώς είσαι καλά, είπε ο Χρήστος βάζοντας μέσα τον Αντώνη και κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
- Χρήστο σε ευχαριστώ πολύ. Δεν ήξερα σε ποιόν να απευθυνθώ, είπε και έκατσε στην πολυθρόνα.
- Λοιπόν πάω να φέρω κάτι να πιεις και μετά θέλω να μου πεις τι έγινε, είπε ο φίλος του καθώς έμπαινε στην κουζίνα.
- Θα στα πω όλα… Αλλά, έχεις και κανένα ρούχο να φορέσω; Και αν γίνεται πρέπει να κάνω ένα μπάνιο, οπωσδήποτε!
- Ό, τι θες, είπε ο Χρήστος βγαίνοντας από την κουζίνα με έναν δίσκο που είχε πάνω του γάλα και κέικ. Η μυρωδιά του κέικ έκανε την κοιλιά του Αντώνη να γουργουρίσει σαν τρελή. Είναι από την μητέρα μου. Μου το έστειλε χτες το απόγευμα.
- Σε ευχαριστώ. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πεινάω! είπε ορμώντας στο κέικ και στο γάλα.

Ο Χρήστος του χαμογέλασε. Αλλά στο χαμόγελο του φίλου του ο Αντώνης διέκρινε και ένα ίχνος ανησυχίας. Μακάρι να μπορούσε να του πει ότι όλα είναι καλά, να τον καθησυχάσει, αλλά ήξερε πολύ καλά πως αυτό θα ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Αφού έφαγε άρχισε να του εξιστορεί τα γεγονότα τις προηγούμενης μέρας: για το "ημερολόγιο", για την Πινακοθήκη, για την Άννα… Και κυρίως για τα γεγονότα που έγιναν χτες το βράδυ με την μητέρα του και τον Μίλτο… Κατά την διάρκεια της ιστορίας ο Χρήστος άκουγε με ενδιαφέρον αν και δεν φαίνονταν να τον πίστευε.

- Πρέπει να με πιστέψεις του είπε ο Αντώνης. Δεν τα βγάζω από το μυαλό μου.
- Ε.. Εγώ…
- Χρήστο, με ξέρεις αρκετό καιρό. Δεν σου έχω πει ποτέ ψέματα, ήσουν ο πρώτος πραγματικός μου φίλος και ο πρώτος φίλος μου που έμαθε για το ότι είμαι γκέι. Πραγματικά πιστεύεις ότι θα τα έφτιαχνα όλα αυτά με το μυαλό μου;
- Δεν.. δεν ξέρω… Αντώνη πραγματικά με τρομάζεις με όσα μου είπες.
- Και καλά κάνεις! Γιατί είναι όλα πέρα για πέρα αληθινά!!
- …
- Σε παρακαλώ, είπε βγάζοντας το "ημερολόγιο" από την τσάντα του, διάβασε το κι εσύ να δει ότι δεν τα έχω βγάλει από το μυαλό μου… Αυτός που το έγραψε ήταν ο πατέρας μου!

Ο Χρήστος πήρε το μικρό δερμάτινο βιβλίο κάπως δισταχτικά στα χέρια του. Το άνοιξε κι άρχισε να διαβάζει. Λέξεις και εικόνες άρχισαν να πλημμυρίζουν το μυαλό του Χρήστου καθώς διάβαζε προσεχτικά το "ημερολόγιο". Τελειώνοντας τον κοίταξε και του είπε:

- Λέξεις ενός παρανοϊκού ανθρώπου μου φαίνονται όλα αυτά.
- Κι εγώ έτσι πίστευα στην αρχή. Κι όμως δεν είναι. Τα είδα όλα αυτά με τα ίδια μου τα μάτια. Η μητέρα μου και ο Μίλτος έγιναν... ζόμπι..., η μητέρα μου είναι νεκρή, ο Μίλτος αγνοείτε κι εγώ τρέχω να σωθώ.
- ΟΚ. Και πες ότι σε πιστεύω. Τι θες από εμένα…;
- Θέλω να με βοηθήσεις να βρούμε μια άκρη. Ποιοι είναι αυτοί οι "Άλλοι" και πως τους σταματάμε. Μια καλή αρχή είναι τα διάφορα σύμβολα και πίνακες που υπάρχουν στο βιβλίο, είπε ο Αντώνης παίρνοντάς το από τα χέρια του Χρήστου.
- Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μπούμε στο ίντερνετ και να το ψάξουμε εκεί.
- Ωραία. Αυτό θα κάνουμε… Μόλις κάνω ένα μπάνιο και φορέσω καθαρά ρούχα.
- Πήγαινε κάνε το μπάνιο σου και σου φέρω εγώ καθάρα ρούχα, του είπε χαμογελώντας ο Χρήστος.
- Σε ευχαριστώ…
- Γι’ αυτό είναι οι φίλοι… είπε και πήγε στο δωμάτιο του.

Ο Αντώνης πήγε στο μπάνιο. Αφού έβγαλε τα ρούχα του, μπήκε κάτω από το ζεστό νερό του ντους το οποίο άκρως αναζωογονητικό. Ήταν ακριβώς αυτό που χρειάζονταν εκείνη την στιγμή. Για μια στιγμή φαίνεται πως τα είχε ξεχάσει όλα αυτά που έγιναν. Τελειώνοντας φόρεσε τα καινούργια ρούχα που του άφησε ο Χρήστος και βγήκε για να πάει στο δωμάτιο του. Εκεί είδε τον φίλο του να έχει ήδη καθίσει στον υπολογιστή του και έψαχνε στο ίντερνετ για να βρει κάτι που θα τον βοηθούσε να λύσει αυτό το μυστήριο. Ο Αντώνης πήρε μια καρέκλα και έκατσε δίπλα του.

- Βρήκες τίποτα; ρώτησε τον Χρήστο ο οποίος φάνηκε να είχε κολλήσει πάνω στην οθόνη του υπολογιστή του.
- Τίποτα το σημαντικό. Μόνο βρήκα το Memento Mori είναι λατινικά και σημαίνει "θυμήσου τον θάνατο".
- Αυτό το ήξερα ήδη, του είπε ο Αντώνης.
- Τελοσπάντων. Αυτό που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι τα εβραϊκά κάτω από αυτό το σχέδιο. Προσπαθώ να βρω ένα online λεξικό για να το μεταφράσω. Ήδη σκάναρα την σελίδα… Χμμμ… Για να δω αυτό εδώ το λινκ.

Πατώντας το άνοιξε στην οθόνη ένα από τους πολλούς online μεταφραστές κειμένων. Έψαξε να βρει αν είχε εβραϊκά…

- ΝΑΙ! Είμαστε τυχεροί!... είπε.

Έβαλε την λέξη στον μεταφραστή, πάτησε το ΟΚ και περίμενε. Η αγωνία ήταν ήδη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Και τότε, η απάντηση εμφανίστηκε στην οθόνη.

הילל [Hêlēl] noun – the morning star

- Τι σχέση έχει να κάνει ο Αυγερινός με όλα αυτά; είπε γεμάτος απορία ο Αντώνης κοιτάζοντας τον Χρήστο.
- Θα δούμε. Κάτσε να ψάξουμε…

Και άρχισαν να ψάχνουν… Και να ψάχνουν… Και να ψάχνουν… Όλοι οι σύνδεσμοι που έπεφταν πάνω στον πλανήτη της Αφροδίτης, χωρίς να λένε τίποτα σημαντικό.

- Δεν ξέρω… Δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα, είπε φανερά απηυδισμένος ο Χρήστος.
- Κάτσε… Δες αυτό, του είπε και του έδειξε έναν λινκ που έγραφε ότι Hêlēl σημαίνει the morning star ή the bringer of light… Τhe Bringer of… Light; Αυτός που φέρνει το φως; είπε κοιτώντας την οθόνη του υπολογιστή ο Αντώνης.
- Ω Θεέ μου! Αυτός που φέρνει το Φως; Περίμενε…

Ο Χρήστος μπήκε για άλλη μια φορά στον online μεταφραστή και έγραψε the morning star αλλά αυτή την φορά έβαλε να μεταφραστεί στα Λατινικά. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει… Αποσβολωμένοι κοιτούσαν την οθόνη…

Lucifer

- Ο Εωσφόρος! είπε έκπληκτος ο Χρήστος.
- Ο… Διάβολος; Ο Σατανάς;…
- Ναι… Ο ίδιος... Αντώνη; Που έχεις μπλέξει;
- … Δες και ψάξε “Lucifer”. Τώρα.

Οι σύνδεσμοι άρχισαν να βγαίνουν κατά χιλιάδες. Μπήκαν στο πρώτο που βρήκαν. Εκεί άρχισαν να διαβάζουν για την ιστορία του. Για το πως ένας από τους Αρχάγγελους και δεξί χέρι του Θεού, εκδιώχτηκε από τους Ουρανούς και βρέθηκε να είναι ο χειρότερος εχθρός Του. Και εκεί που διάβαζαν βρήκαν το σχέδιο του ημερολογίου! Από κάτω έγραφε…

"Το έμβλημα του Σατανά. Ένα έμβλημα προστατευτικού χαρακτήρα που χρησιμοποιείτε και σαν αναγνωριστικό των Σατανιστών".

Από κάτω είχε ονόματα φημισμένων προσωπικοτήτων όπου μάλλον είχαν ασχοληθεί με τον Σατανισμό και την λατρεία του. Ανάμεσα σε αυτούς είδε και το όνομα του Memling. Πιο κάτω ανέφερε πως πολλοί πίστευαν πως όταν ο Εωσφόρος περπατήσει πάνω στην Γη, θα αρχίσει και η Δευτέρα Παρουσία. Η Τελική Κρίση… Προς το τέλος όμως ήταν και κάτι άλλο που τους κέντρισε το ενδιαφέρον. Για μια ομάδα δαιμόνων, σαν σκιές, όπου βρίσκονταν στην Ένατη Πύλη της Κολάσεως που μπορούσαν να κυριεύσουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν υποχείρια του Σατανά.

- Ο πατέρας μου είχε μπλεχτεί σε κάτι τρομαχτικό. Άθελά του… είπε στον έκπληκτο Χρήστο. Χιλέλ! Αυτό μου έλεγαν οι ψίθυροι, μονολόγησε… Το όνομά του! Ίσως, αυτοί οι "Άλλοι" είναι τελικά η ονομασία που έδωσε σε αυτούς όπου αυτά τα ανίερα όντα κυρίευαν.
- Και τι σκοπεύεις να κάνεις; Να τους σταματήσεις; Μην είσαι τρελός! Δεν μπορείς να τα βάλεις μόνος σου με αυτούς... Ασε δε που δεν έχεις ιδέα από που να αρχίσεις να ψάχνεις.
- Μπορεί εγώ να μην ξέρω, αλλά είμαι σίγουρος ότι ο πατέρας μου το γνώριζε, είπε καθώς σηκώνονταν από την καρέκλα και κατευθύνονταν προς το σαλόνι.
- Τι θες να πεις; Αντώνη που πας; του φώναζε καθώς τον ακολουθούσε.
- Πρέπει να γυρίσω πίσω.
- Που;

Ο Αντώνης φάνηκε πως δεν του έδινε σημασία. Ο Χρήστος τον έπιασε από τον ώμο και τον σταμάτησε.

- Αντώνη σταμάτα. Αυτό που πας να κάνεις είναι τρέλα! Δεν ξέρεις τι μπορεί να αντιμετωπίσεις.
- Δεν γίνεται να κάτσω με σταυρωμένα τα χέρια. Πρέπει να σώσω τον Μίλτο. Πρέπει να σώσω τον εαυτό μου…
- Και που θα πας; Που θα ξεκινήσεις;
- Εκεί που άρχισαν όλα… Σπίτι μου.

"Ο Θρίαμβος του Θανάτου" του Pieter Bruegel (c.1562)


(Μέχρι εδώ είχα γράψει. Απ’ όσα έχω στο μυαλό μου είναι όλο-όλο άλλο ένα κεφάλαιο αυτό που έχει μείνει. Έχω κάποιες σκέψεις στο μυαλό μου, αλλά θα θέλω λίγο καιρό να το σκεφτώ και να τις μεταφέρω στο χαρτί. Well, ελπίζω να σας άρεσε…)


44 και σήμερα...

Wednesday, 18 June 2008

Memento Mori - Κεφάλαιο 3

"MEMENTO MORI"
Κεφάλαιο 3

"Paradise Lost" του Gustave Doré (1866).


Σιγά-σιγά το σκοτάδι διαδέχονταν το χρυσαφένιο φως της μέρας ενώ γινόταν ολοένα και πιο δροσερή. Καθώς ο Αντώνης κατέβαινε τα σκαλιά του Μετρό το μόνο που σκεφτόταν ήταν τα λόγια στης Άννας. Θάνατος και ζωή. Ζωή και θάνατος. Δύο έννοιες αλληλένδετες μέσα στην διαφορετικότητά τους. Τι σχέση θα μπορούσαν να έχουν όλα αυτά με τον μυστηριώδη συγγραφέα; Η Άννα είχε καταφέρει τελικά να τον μαγέψει. Ίσως να είχε δίκιο ο Μίλτος που νευρίασε, σκέφτηκε… Ο Μίλτος… Το όνομα του σαν γιατρικό κατάφερε να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Άραγε τι να κάνει; Να έφτασε στον Χρήστο; Έβγαλε το κινητό του και κάλεσε τον αριθμό του. Ήθελε να τον ακούσει αλλά το μόνο που άκουγε στο τέλος της γραμμής ήταν παράσιτα…

- Μίλτο; Μίλτο με ακούς;
- Αν… Δεν… Χρήστος…
- Τι; Δεν καταλαβαίνω;
- … Σπίτι… Πακ… Όλα…
- Είμαι στο Μετρό… Δεν έχει σήμα. Με ακούς;
- Σπίτι… Θα… Πακέτο…
- Κλείνω θα σε πάρω όταν βγω… Σ’αγα…

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και η γραμμή έκλεισε.

- … πώ…

Κλείνοντας το τηλέφωνο ένιωσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Αλλά αμέσως ηρέμησε τον εαυτό του. Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη, αλλά ούτε η τελευταία, φορά που του έχει τύχει να μην πιάνει το αρκετά παλαιωμένο κινητό του στο Μετρό. Τελικά αυτή η συζήτηση τον είχε επηρεάσει περισσότερο απ’ όσο νόμιζε. Ο συρμός του Μετρό δεν άργησε να έρθει. Καθώς έμπαινε μέσα, έβγαζε το "ημερολόγιο" από την τσάντα του, κάθισε και άρχισε να διαβάζει πάλι.

"… ριου

Με ανακάλυψαν αλλά κατάφερα να τους ξεφύγω, ευτυχώς μόνο με λίγες γρατσουνιές. Οι … γίνονται ολοένα και πιο πολλοί. Κοντεύουν να με τρελάνουν! Τους ακούω στο … μου! Να με καλούν… Να μου μιλάνε… Με θέλουν δίπλα τους. Πριν λίγες μέρες είδα την Γιάννα και τον Α… Αλλά ήξερα πως δεν ήταν αυτοί. Έχουν πεθάνει και οι … έχουν πάρει … τους. Όταν τους είδα έκλαψα. Έμοιαζαν τόσο πολύ …! Μου λείπει η προηγούμενη ζωή μου. Η ανέμελη ζωή μου όπου όλα αυτά τα έβλεπα μόνο σε … και τα διάβαζα σε … φαντασίας. ΘΕΛΩ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ ΠΙΣΩ ΓΑΜΙΩΛΗΔΕΣ!!"

Δίπλα υπήρχε ζωγραφισμένο ένα περίεργο έμβλημα ενώ από κάτω υπήρχαν τα הילל γραμμένα με στυλό. Σίγουρα πρέπει να ήταν εβραϊκά σκέφτηκε. Αλλά τι ακριβώς σημαίνουν; Με αυτή την σκέψη έφτασε στον προορισμό του. Έκλεισε το "ημερολόγιο" και ανέβηκε για να πάρει το λεωφορείο και να φτάσει επιτέλους σπίτι. Εκεί έβγαλε για άλλη μια φορά το κινητό του και κάλεσε τον Μίλτο. Μόλις απάντησε ο Αντώνης είπε αμέσως:

- Μίλτο επιτέλους βγήκα από το Μετρό και πήρα να σου πω…

Αλλά το μόνο που άκουγε ήταν κάτι σαν ψίθυροι, απόκοσμοι, όπου τον έκαναν να ανατριχιάσει.

- Μίλτο;

Η γραμμή έκλεισε. Ο Αντώνης τον ξαναπήρε τηλέφωνο αλλά αυτή την φορά η κλήση του προωθούνταν. Άρχισε να ανησυχεί ενώ δεν ήξερε τι μπορούσε να είχε συμβεί. Τι ήταν αυτό που άκουγε; Το λεωφορείο έμοιαζε να αργούσε αιώνες. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Πήρε το πρώτο ταξί που βρήκε και πήγε προς το σπίτι του ενώ σκεφτόταν μόνο τον Μίλτο. Συνέχεια έπαιρνε τηλέφωνο αλλά κάθε φορά η κλήση του προωθούταν. Άρχισε να σκέφτεται τα χειρότερα…

Φτάνοντας έξω από το σπίτι του είδε φως! Αφού πλήρωσε βγήκε έξω και τρέχοντας κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Πήγε να χτυπήσει αλλά πρόσεξε πως η πόρτα ήταν ανοιχτή. Τρόμαξε! Ποτέ τους δεν είχαν αφήσει ξεκλείδωτη την πόρτα τους. Την άνοιξε όσο πιο σιγά μπορούσε. Δεν ήθελε να δημιουργήσει κάποιο θόρυβο και τον καταλάβουν όποιος είναι μέσα. Ανοίγοντάς την, βρήκε την μητέρα του μαζί με τον Μίλτο να συζητάνε στον διάδρομο μπροστά του. Με το που τον είδαν σταμάτησαν.

- Μίλτο! Μαλάκα, ηλίθιε! Με κατατρόμαξες πριν! Σε έπαιρνα τηλέφωνο και δεν το σήκωνες. Ανησύχησα, είπε ο Αντώνης αρκετά νευριασμένα.
- Αντώνη, καλέ μου, σε παρακαλώ μη φωνάζεις, πετάχτηκε η μητέρα του και του απάντησε με ένα ήρεμο ύφος. Το κινητό του το ξέχασε στο ταξί καθώς ερχόταν προς τα εδώ.
- Ναι… είπε ο Μίλτος κοιτάζοντας την μητέρα του Αντώνη με ένα βλέμμα κενό.
- Μίλτο; Έχεις κάτι; απόρησε ο Αντώνης βλέποντας τον να συμπεριφέρεται έτσι.
- Γιατί δεν κάθεσαι Αντώνη μου να φάμε; Το φαγητό θα κρυώσει… του είπε η μητέρα του καθώς πλησίαζε στην πόρτα.
- Δεν πεινάω, της είπε αλλά το βλέμμα του δεν είχε φύγει από τον Μίλτο ο οποίος συνέχιζε να κοιτάζει την μητέρα του Αντώνη. Μίλτο, κοίτα με σε παρακαλώ. Πάμε να πάρουμε λίγο αέρα και να τα πούμε. Θέλω να σου πω κάτι.
- Δεν είναι ώρα για να φύγετε ακόμα, του είπε η μητέρα του.

Γυρνώντας είδε την μητέρα του να κλείνει την πόρτα και να την κλειδώνει. Ψίθυροι άρχισαν να γεμίζουν το δωμάτιο. Ψίθυροι που φαίνονταν ότι μόνο αυτός τους άκουγε…

- Τι συμβαίνει εδώ; Ας μου εξηγήσει κάποιος, είπε σχεδόν φωνάζοντας ο Αντώνης.
- Δεν είναι τίποτα καλέ μου… Όλα σύντομα θα τελειώσουν. Όλα σύντομα θα είναι δικά μας…
- Μαμά! Τι λες; Τι σε έπιασε; Σε παρακαλώ πες μου πως μου κάνετε πλάκα…
- Ακόμα κι ο πατέρας σου δεν μπόρεσε να αντέξει όλο αυτό που είχε μάθει. Πίστευε πως θα μας νικούσε, του είπε. Τα μάτια της φαίνεται σαν να είχαν αδειάσει. Μαύρα, που αν τα κοιτούσες για πολύ ώρα νόμιζες ότι θα χανόσουν σε μια δίνη του σκότους.
- Μίλτο… Σε παρακαλώ… Μίλα μου! ΚΟΙΤΑ ΜΕ!! του φώναξε καθώς τα δάκρυα άρχισαν να γεμίζουν τα βλέφαρα των ματιών του. Σε παρακαλώ μωρό μου…
- Αγάπη, έρωτας… Συναισθήματα τόσο ταπεινά και ανούσια στις μέρες μας! Δες! Ακόμα και τώρα που κινδυνεύεις η "αγάπη" σου δεν κάνει τίποτα για να σε προστατέψει…Είσαι ένα τίποτα γι' αυτόν! είπε γεμάτη ειρωνεία η μητέρα του.
- ΣΚΑΣΕ! ΣΚΑΣΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! της φώναξε ο Αντώνης.

Η μητέρα του άρχισε να τον πλησιάζει… Ο Αντώνης άρχισε να προχωράει προς τα πίσω. Ο φόβος άρχισε να τον κυριεύει! Έβλεπε τα δύο πιο αγαπημένα του πρόσωπα να έχουν γίνει "κάτι" που ούτε ο ίδιος μπορούσε να εξηγήσει. Τελικά αυτός ο μυστηριώδης συγγραφέας έλεγε αλήθεια! Δεν μπορούσε να το πιστέψει…

- Τώρα κι εσύ θα γίνεις δικός μας. Σύντομα θα δεις ότι όλα είναι μάταια σε αυτόν τον κόσμο, και η πίστη σας σε Εκείνον που σας σχεδίασε "καθ’ εικόνα και ομοίωση Του", είναι ένα ψέμα. Εκείνος είναι ένας ψεύτης.

Ο Αντώνης έτρεξε! Ήταν το μόνο λογικό που μπορούσε να σκεφτεί εκείνη την στιγμή. Έφυγε από το σαλόνι και πήγε στην κουζίνα.

- Αντώνη μου… Το ξέρεις ότι δεν μπορείς να ξεφύγεις. Απλά δέξου την μοίρα σου, ακούστηκε η φωνή της μητέρας του από μέσα.

Ο Αντώνης άνοιξε το συρτάρι της κουζίνας. Πήρε ένα τραπεζομάχαιρο από μέσα και το κράτησε γερά και με τα δυο τρεμάμενα του χέρια. Άκουσε για άλλη μια φορά τους ψίθυρους, αυτή την φορά πιο δυνατούς. Προσπαθούσε να καταλάβει τι έλεγαν αλλά δεν έβγαζε νόημα… Μια λέξη… "Χι…Χιλέλ;" Και τότε γύρισε είδε την μητέρα του στην πόρτα. Με το που τον είδε έβγαλε μια απόκοσμη κραυγή και του όρμισε σαν άγριο ζώο που ορμάει στο θήραμά του. Αλλά με το που τον φτάνει σταμάτησε έκπληκτη… Κοίταξε κάτω και είδε το μαχαίρι να έχει μπει όλο μέσα στην κοιλιά της. Του χαμογέλασε, ένα χαμόγελο κρύο και σατανικό. Ο Αντρέας δεν είχε σταματήσει να κλαίει. Δεν πίστευε αυτό που μόλις έβλεπε… Τον αγκάλιασε και του ψιθύρισε:

- Σκότωσες την μητέρα σου, κάθαρμα! Να το θυμάσαι αυτό… Γιέ μου… Δεν… Τελειώσαμε… Ακόμα…, είπε και σωριάστηκε κάτω… Νεκρή.

Ο Αντώνης πάγωσε. Δεν το πίστευε αυτό που μόλις έκανε! Είδε τα χέρια του γεμάτα αίματα. Αίμα από την ίδια του την μητέρα! Δεν ένοιωθε καθόλου καλά. Έτρεξε στον νεροχύτη και ξέρασε… Δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό. Δεν είναι δυνατόν! Πως μπόρεσε να σκοτώσει την ίδια του την μητέρα;

- Δεν ήταν η μητέρα μου… Δεν ήταν η μητέρα μου… Δεν ήταν η μητέρα μου, έλεγε συνέχεια προσπαθώντας και ο ίδιος να το πιστέψει. ΔΕΝ ΗΤΑΝ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ!! είπε και έπεσε κάτω κλαίγοντας με λυγμούς.

Τότε ξαφνικά άκουσε έναν κρότο. Τι μπορεί να ήταν αυτό; Σηκώθηκε με όση δύναμη του είχε απομείνει και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι καθώς το μαχαίρι το κρατούσε ακόμα δυνατά με τα δυο του ματωμένα χέρια ενώ έμοιαζε σαν να είχε γίνει ένα με αυτά. Εκεί είδε την πόρτα της εξόδου ανοιχτή και τον Μίλτο να έχει εξαφανιστεί. Πήγε αμέσως μέσα στη κουζίνα, ξέπλυνε τα ματωμένα του χέρια, έβαλε το μαχαίρι στο πίσω μέρος του παντελονιού του και έφυγε τρέχοντας έξω παίρνοντας και την τσάντα του μαζί.

Η νύχτα πια είχε απλωθεί σαν πέπλο πάνω από την Αθήνα. Κοίταξε γύρω του και είδε παντού άδειους δρόμους. Και τότε έτρεξε! Έτρεξε όσο δεν είχε τρέξει ποτέ του, καθώς εικόνες από τα γεγονότα που μόλις είχαν συμβεί γέμιζαν το μυαλό του. Έτρεξε για κάμποση ώρα ενώ όταν σταμάτησε δεν ήξερε καν που βρίσκονταν. Κοίταξε γύρω του. Έπρεπε κάπου να κρυφτεί για να περάσει η νύχτα. Τα ρούχα του βρωμούσαν ιδρώτα και λεφτά είχε μόνο κάτι ψιλά. Πιο πέρα πρόσεξε μια οικοδομή.

- Καλή είναι για την ώρα για να κρυφτώ, σκέφτηκε και έτρεξε προς αυτήν.

Μπήκε μέσα και βρήκε να κρυφτεί πίσω από κάτι μεγάλα φρεάτια που υπήρχαν εκεί. Έβγαλε το κινητό του. Σκέφτηκε να πάρει την αστυνομία να τους πει τι είχε συμβεί αλλά δεν θα τον πίστευαν. Μπορεί να τον κατηγορούσαν και για τον φόνο της μητέρας του. Προσπάθησε να πάρει τον Χρήστο, αλλά ούτε αυτός απαντούσε. Προσευχήθηκε μην έχει πάθει κακό κι αυτός. Κοιτώντας γύρω του ένοιωσε μόνος, σαν τον συγγραφέα του "ημερολογίου". Για πρώτη φορά ένοιωσε τα ίδια πράγματα με αυτόν και για πρώτη φορά τον καταλάβαινε απόλυτα. Έβγαλε το "ημερολόγιο" για να δει μήπως βρει έναν τρόπο να τους σταματήσει. Ανοίγοντας το, είδε μερικές σελίδες σκισμένες και μόνο μια σελίδα είχε μείνει - η τελευταία. Την διάβασε…

"4 Μαΐου

Είμαι ίσως ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Επιτέλους σήμερα έγινα πατέρας. Η γυναίκα μου γέννησε ένα υπέροχο αγοράκι. Οι ψίθυροι σταμάτησαν και δεν τους έχω ξανακούσει πια. Ο γιατρός μου είπε πως ήταν όλα στο μυαλό μου… Μάλλον έτσι είναι. Τώρα επιτέλους μπορώ να αρχίσω να ζω ξανά. Είμαι ευτυχισμένος με την γυναίκα μου και ο μικρός Αντώνης με κάνει να νιώθω πια ολοκληρωμένος…
"

Από κάτω υπήρχε μια φωτογραφία ενός μωρού,


ενώ δίπλα έγραφε "Ο Αντώνης 20 ημερών".

Ο Αντώνης κοιτούσε έκπληκτος την φωτογραφία…

- Μπαμπά;!;!...


47 και σήμερα...

Thursday, 12 June 2008

Memento Mori - Κεφάλαιο 2

"MEMENTO MORI"
Κεφάλαιο 2



Η Τελική Κρίση - Hans Memling (c.1440-1494)


Το επόμενο πρωινό ο Αντώνης ξύπνησε με ένα τρομερό πονοκέφαλο, καθώς ο ήλιος άρχισε να του χτυπάει τα μάτια από το ανοιχτό παράθυρο που είχε ξεχάσει ανοιχτό το προηγούμενο βράδυ.

- Μμμ… Το κεφάλι μου κοντεύει να σπάσει! Τι ώρα να είναι; 9; Και δεν άκουσα το ξυπνητήρι; Πρέπει να κοιμήθηκα πολύ βαριά! Θα αργήσω και ποιος τον ακούει, αναφώνησε έντρομος.

Πετάχτηκε από το κρεβάτι του και άρχισε να φοράει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Εξάλλου δεν τον ένοιαζε και πολύ. Η μοναδική μέρα που έπρεπε να είναι στην ώρα του και εκείνος παρακοιμήθηκε. Ο Μίλτος θα του έβαζε τις φωνές και με το δίκιο του. Αφού ετοιμάστηκε να βγει από το δωμάτιο και τότε είδε το μαύρο "ημερολόγιο" πάνω στο κομοδίνο και η περιέργεια του άρχισε να μεγαλώνει και πάλι.

- Χμ… Μπορώ να του ρίξω μια ματιά καθώς είμαι στο λεωφορείο, σκέφτηκε και το πήρε μαζί του.

Βγήκε έξω και κατέβηκε τις σκάλες προς την κουζίνα.

- Μαμά… Το πρωινό είναι έτοιμο; Πρέπει…

Αλλά η μητέρα του έλειπε. Για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του έλειπε τέτοια ώρα από την κουζίνα. Μάλλον θα είναι πουθενά αλλού σκέφτηκε και άρχισε να την φωνάζει. Αλλά, απάντηση δεν πήρε.

- Μάλλον θα πήγε για ψώνια, μουρμούρισε, καθώς έπαιρνε ένα μήλο από το μπολ που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι. Αφού κοίταξε για άλλη μια φορά γύρω του το άδειο σπίτι, άνοιξε την εξώπορτα και έφυγε.

Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά και η μέρα ήταν αρκετά ζεστή ακόμα και γι’ αυτή την ώρα αλλά τον Αντώνη δεν τον πείραζε. Του άρεσε η ζέστη και ακόμα περισσότεροι οι βόλτες μέσα στην καλοκαιρινή πόλη. Καθώς προχωρούσε προς την στάση άκουσε το κινητό του να χτυπά. Το κοίταξε, χαμογέλασε και απάντησε.

- Έλα μωρό μου… Ναι, το ξέρω έχω αργήσει, χίλια συγγνώμη… Παρακοιμήθηκα και δεν άκουσα το ξυπνητήρι… Τώρα πάω προς την στάση… Πες τους ότι σε λίγη ώρα θα είμαι εκεί… Κι εγώ σ’ αγαπώ… Τα λέμε σε λίγο λοιπόν.

Στην στάση ο κόσμος δεν ήταν πολύς. Φαίνεται πως λίγοι τόλμησαν να βγουν έξω μετά από τις προειδοποιήσεις της Ε.Μ.Υ. για τον επικείμενο καύσωνα. Το λεωφορείο δεν άργησε να έρθει και βρήκε αμέσως θέση για να κάτσει. Καθώς ξεκινούσε το ταξίδι του προς την σχολή, έβγαλε το μαύρο βιβλίο. Αν και όλα αυτά που διάβαζε τα θεωρούσε δημιουργήματα της ανθρώπινης φαντασίας – δαιμονική Αθήνα, "Άλλοι", Πύλες – ήθελε να μάθει ακόμα περισσότερα. Η επόμενη σελίδα ήταν ίσως και η μοναδική καθαρογραμμένη σελίδα του βιβλίου κι αυτό τον χαροποίησε καθώς ξεκίνησε να την διαβάζει.

"25 Δεκεμβρίου

Χριστούγεννα σήμερα. Ημέρα χαράς, όπως θέλουν να πιστεύουν μερικοί. Όλος ο κόσμος γιορτάζει την γέννηση του Θεανθρώπου και της ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον. Μόνο που αυτό το τόσο ελπιδοφόρο μέλλον που περιμένουν όλοι είναι απλά ένα ζοφερό και τρομαχτικό. Τίποτα δεν είναι αληθινό πια. Όλα όσα ήξερα ήταν ένα ψέμα. Κι Αυτός είναι ο μεγαλύτερος υποκριτής απ’ όλους. Φοβάμαι, ναι, το ομολογώ. Έχω χάσει τα πάντα… Έχω χάσει και τους δικούς μου ανθρώπους και είμαι μόνος, αδύναμος και εύκολος στόχος γι’ Αυτούς. Τώρα κρύβομαι αλλά φοβάμαι πως πλέον θα είναι αργά. Πίστευα πως η Πινακοθήκη θα είχε όλες τις απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Αλλά για άλλη μια φορά αποδείχτηκα λάθος… Κοίτα τους! Όλοι διασκεδάζουν! Γελάνε! Ανέμελοι περνάνε αυτές τις ώρες με φίλους και συγγενείς χωρίς...
"

Η συγκεκριμένη παράγραφος έμοιαζε να τελειώνει κάπως απότομα κι αυτό έκανε τον Αντώνη να σκέφτεται, άθελά του, αν ο συγγραφέας είναι καλά. Παρόλη την αγωνία του όμως δεν πρόλαβε να κοιτάξει παρακάτω καθώς έφτανε στον προορισμό του. Έκλεισε το "ημερολόγιο" κάπως βιαστικά, το έβαλε στην τσάντα του και κατέβηκε από το λεωφορείο. Στην στάση τον περίμενε ένα καστανό αγόρι, στην ίδια ηλικία περίπου με τον Αντώνη, που μάλλον έδειχνε νευριασμένος. Ένα από τα πιο γλυκά χαμόγελα σχηματίστηκαν στο πρόσωπο του Αντώνη μόλις τον είδε.

- Καλημέρα μωρό μου, του είπε ο Αντώνης
- Μη φωνάζεις! Θες να μας ακούσουν;… Άργησες πολύ. Ξέρεις πόσο σημαντική είναι αυτή η μέρα για μένα και δεν ήρθες. Οι γονείς μου ήδη έφυγαν κι ο Χρήστος πήγε στην δουλειά.
- Τι; Τελείωσε κιόλας η αποφοίτηση;… Συγγνώμη Μίλτο, είπε στενάχωρα.
- Σε ήθελα δίπλα μου. Κι εσύ κοιμόσουν.
- Συγγνώμη, είπε και του έκανε μια στεναχωρημένη γκριμάτσα.

Ο Μίλτος βλέποντας αυτή την γκριμάτσα κατάλαβε το πόσο πολύ είναι ερωτευμένος με τον Αντώνη. Τον ήξερε από μικρό παιδί άλλωστε (έμεναν στην ίδια γειτονιά για χρόνια). Αν και ήταν αρκετά δημοφιλής στην τάξη του, ο Μίλτος πάντα έβρισκε χρόνο να κάνει παρέα με τον κολλητό του. Ο Αντώνης, από την άλλη, ήταν αρκετά μοναχικός με ελάχιστες παρέες και σχεδόν καθόλου φίλους. "Να, έρχεται ο περίεργος" φώναζαν τα παιδιά κάθε φορά που τον έβλεπαν να πλησιάζει. Μόνο ο Μίλτος ήταν αυτός που τον καταλάβαινε, που τον ήξερε. Μάλωνε πολλές φορές με τις παρέες του για να τον υπερασπιστεί, αλλά δεν τον ένοιαζε. Από πάντα ο Αντώνης ήταν ερωτευμένος με τον Μίλτο, ίσως από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε στο σχολείο και ήταν δίπλα του σε χαρά αλλά και σε κάθε πόνο. Και όταν, στο Πανεπιστήμιο πια, εξομολογήθηκε τα συναισθήματά του σ’ εκείνον, είδε τα μάτια του να λάμπουν. Και τότε ήταν και η πρώτη φορά που έκαναν έρωτα.

- Χαχαχαχα! Πάντα βρίσκεις τρόπο να με κάνεις να σε συγχωρώ.
- Εμ, τόσα χρόνια σε ξέρω. Έχω μάθει τα κουμπιά σου, του είπε ο Αντώνης και κατευθύνθηκαν προς την σχολή.

Μέσα ήταν γεμάτο με φοιτητές, όπου οι περισσότεροι ήταν ακόμα ντυμένοι με τις τηβέννους τους περιτριγυρισμένοι από συγγενείς και φίλους. Γέλια, χαρά και η αισιοδοξία ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων. Βρήκαν μια γωνιά και έκατσαν να τα πουν.

- Ελπίζω να έφερες τις σημειώσεις που σου ζήτησα, είπε ο Μίλτος
- Ναι είναι στην τσάντα μου. Παρ’ τες από μέσα.

Καθώς ο Μίλτος έβγαζε τις σημειώσεις, το δερμάτινο "ημερολόγιο" έπεσε στο πάτωμα.

- Τι είναι αυτό; είπε καθώς έσκυβε να το πιάσει.
- Α, τίποτα μωρέ. Να, κάτι που βρήκα στην σοφίτα χτες το βράδυ και το διάβαζα. Τρελή φαντασία πρέπει να είχε όποιος το έγραψε.
- Για να δω…

Ο Μίλτος άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο. Γρήγορες ματιές από εδώ κι από κει. "Άλλοι", "Memento Mori", σκόρπιες λέξεις που του κέντριζαν το ενδιαφέρον.

- Χμμ… Ενδιαφέρον αν μη τι άλλο.
- Λες να είναι πραγματικά αυτά που λέει;
- Έλα τώρα! Στον 21ο αιώνα ζούμε! Δεν πιστεύω σε δαίμονες και φαντάσματα. Έχει και κάτι καλό. Τον πίνακα του Hans Memling. Τουλάχιστον έναν από τους τρεις. Τον είδα και στην Εθνική Πινακοθήκη πριν λίγες μέρες με την Τόνια.
- Σωστά! Είχα δει αφίσες παντού στην πόλη για μια έκθεση στην πόλη με θέμα το μακάβριο και η επιρροή του πάνω στην τέχνη.
- Αν θέλεις μπορούμε να πάμε τώρα να τον δούμε. Δεν έχω και τίποτα καλύτερο να κάνω, του είπε και ο Αντώνης του έγνεψε καταφατικά.

Είχε φτάσει κιόλας μεσημέρι και η ζέστη ολοένα γινόταν και μεγαλύτερη. Ο σταθμός του Μετρό ήταν σχεδόν άδειος. Ο κόσμος που περίμενε εκεί έδειχνε σκυθρωπός και κουρασμένος από την αρκετή ζέστη που επικρατούσε έξω. Για αρκετή ώρα ο Αντώνης και ο Μίλτος δεν μίλαγαν. Ίσως η ζέστη να τους είχε επηρεάσει κι αυτούς. Ο Αντώνης άρχισε πάλι να σκέφτεται τον συγγραφέα του "ημερολογίου". Το μυστήριο που κάλυπτε την ταυτότητα του τον ερέθιζε πολύ. Ήθελε να μάθει γι’ αυτόν περισσότερα. Χαμένος στις σκέψεις του άκουσε ένα βρυχηθμό, απόκοσμο, να έρχεται προς το μέρος τους. Οι άλλοι γύρω του, ακόμα κι ο Μίλτος, δεν έδειχναν να ανησυχούν, αντίθετα με τον ίδιο. Άρχισε να κοιτάζει τριγύρω του καθώς προσπαθούσε να καταλάβει από που προέρχονταν αυτός ο ήχος και τότε ο άδειος συρμός του Μετρό έφτασε μπροστά τους και άνοιξε τις πόρτες του να υποδεχτεί τον λιγοστό κόσμο.

- Το άκουσες αυτόν τον ήχο; ρώτησε ο Αντώνης τον Μίλτο καθώς επιβιβάζονταν στο συρμό.
- Ποιόν ήχο;
- Κάτι σαν βρυχηθμός ήταν… Περίεργος.
- Το Μετρό είναι ρε βλάκα. Ηρέμησε… του είπε καθησυχαστικά. Σε χτύπησε η ζέστη κατακέφαλα μου φαίνεται!
- Μάλλον…

Δεν άργησαν να φτάσουν στον Ευαγγελισμό και στον προορισμό τους. Το κτήριο της Πινακοθήκης ήταν καλυμμένο από αφίσες της έκθεσης σχεδόν σε κάθε πλευρά του. Όταν μπήκαν μέσα, ο Μίλτος τον οδήγησε κατευθείαν στους πίνακες του Memling όπου και οι τρεις τους δέσποζαν σε περίοπτη θέση στο κτήριο της Πινακοθήκης.


Δίπλα από αυτούς μια μικρή ταμπέλα έγραφε:

"Γήινη Ματαιοδοξία και Θεία Σωτηρία, του Hans Memling (c.1485): Το τρίπτυχο αυτό δείχνει την αντίθεση της γήινης ομορφιάς και πολυτέλειας με την προοπτική του θανάτου και της Κόλασης. Προσφορά του Musée des Beaux-Arts του Στρασβούργου".

- Ματαιοδοξία: ένα από τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα σύμφωνα με τον Δάντη. Ενδιαφέρον πίνακας. Έτσι δεν είναι; ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από πίσω τους.

Γύρισαν και είδαν μια νεαρή κοπέλα να τους χαμογελάει, στα 23 από ότι την έκανε ο Μίλτος πάνω κάτω, καστανή φορώντας μπλε κοκάλινα γυαλιά. Το μαλλί της ήταν πιασμένο κότσο και τα ρούχα της είχαν ένα αρκετά μποέμικο στυλ.

- Γεια, είμαι η Άννα, τους είπε. Σπουδάζω ιστορία της Τέχνης και είμαι εδώ για μια εργασία. Δεν περίμενα να δω κόσμο τέτοια ώρα και μάλιστα με τέτοια ζέστη σήμερα εδώ.
- Είμαι ο Αντώνης κι από δω ο Μίλτος, πρόλαβε και συστήθηκε δίνοντας το χέρι του.
- Χάρηκα πολύ για την γνωριμία. Από ότι βλέπω βρίσκετε ενδιαφέρον τον συγκεκριμένο πίνακα, τους είπε χαμογελώντας.
- Ναι, τον είδαμε κάπου και ήρθαμε να μάθουμε περισσότερα για αυτόν.
- Α, τότε ήρθατε στο σωστό μέρος. Μπορώ να σας πω κάποια πράγματα γι’ αυτόν μιας και μελετάω τα έργα εδώ και μέρες τώρα.
- Ναι, θα ήταν υπέροχο. Σε ευχαριστούμε, είπε με ενθουσιασμό ο Αντώνης καθώς έφευγε από την παρέα του Μίλτου και πλησίαζε την Άννα.
- Είναι ένα αλληγορικός μεσο – μεσαιωνικός πίνακας την εποχή όπου ο Χριστιανισμός έδινε έμφαση στην Θεία Δίκη, στον Παράδεισο, στην Κόλαση και στην σωτηρία της ψυχής που έρχονταν με τον Θάνατο. Την περίοδο αυτή δημιουργήθηκαν πολλά τέτοιου είδους έργα, όπου βασίζονταν στην αλληγορία της καθολικότητας του Θανάτου. Βλέπετε; και τους έδειξε έναν πίνακα με θέμα "Dance Macabre". Ο Θάνατος πλέον έχει πάρει υπόσταση στο μυαλό των ανθρώπων. Οι καλλιτέχνες της εποχής το έκαναν αυτό κυρίως για να απομυθοποιήσουν στα μάτια του κόσμου κάτι που είναι άγνωστο, κάτι το τρομαχτικό. "Memento Mori" - θυμήσου τον Θάνατο… Για να μην ξεχάσεις ότι ζεις…


- Λίγο μακάβρια συζήτηση, είπε ο Μίλτος νιώθοντας κάπως άβολα. "Dance Macabre"; Εγώ ήξερα μόνο το μουσικό έργο του Saint-Saëns.
- Κι όμως είναι όλοκληρο σύνολο από έργα τέχνης. Μπορείς να πεις πως είναι και κίνημα... Βλέπεις ο θάνατος, σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής μας κι αν βρισκόμαστε, είναι αυτό που μας ενώνει όλους.
- Ννννναι… Πρέπει να πηγαίνουμε εμείς τώρα, είπε ο Μίλτος σκουντώντας τον υπνωτισμένο από τα λόγια της Άννας Αντώνη. Σε ευχαριστούμε για τις πληροφορίες.
- Α, ευχαρίστησή μου. Εγώ χάρηκα που βοήθησα, τους είπε και χαμογέλασε.
- Ελπίζω να τα ξαναπούμε, πετάχτηκε ο Αντώνης.
- Μπορεί… Αν είναι γραφτό, μπορεί…

Βγαίνοντας από την Πινακοθήκη τα λόγια της Άννας στροβίλιζαν στο μυαλό του Αντώνη. Είχε ήδη πάει απόγευμα και η ζέστη είχε πέσει.

- Μια χαρά σου την έπεφτε αυτή κι εσύ τσίμπησες για τα καλά, είπε ο Μίλτος
- Τι λες τώρα; Απλά έβρισκα ενδιαφέροντα όσα είπε. Τίποτα παραπάνω.
- Τελοσπάντων. Εγώ πρέπει να πάω στον Χρήστο για να μιλήσουμε για κάτι που με θέλει. Εσύ τι θα κάνεις;
- Πρέπει να πάω σπίτι γιατί η μητέρα μου έλειπε το πρωί και θέλω να δω αν είναι καλά. Α, και μου είπε ότι περιμένει ακόμα το δέμα της μητέρας σου.
- Καλά θα στο φέρω ή απόψε το βράδυ ή αύριο. Θα σε πάρω τηλέφωνο.
- Σ’ αγαπώ…

Ο Μίλτος του χαμογέλασε, γύρισε και έφυγε. Ο Αντώνης στάθηκε για λίγο καθώς έβλεπε τον Μίλτο να ανεβαίνει την Μιχαλακοπούλου. Ήδη του έλειπε πολύ… Και με αυτή την σκέψη γύρισε και κατευθύνθηκε προς το Μετρό για να γυρίσει επιτέλους σπίτι του…


53 και σήμερα...

Tuesday, 10 June 2008

Memento Mori - Κεφάλαιο 1

Το παρακάτω είναι μια ιστορία που είχα γράψει πριν κάποια χρόνια. Δεν την είχα τελειώσει ποτέ... Ίσως μου άρεσε να υπάρχει αυτό το μυστήριο και δεν ήθελα να τελειώσει. Ίσως... Παρόλα αυτά όμως, χτες καθώς έψαχνα κι εγώ κάτι τετράδια βρήκα κι εγώ, όπως ο Αντώνης της ιστόριας, αυτό έδω. Σας παραθέτω ένα μέρος της και αν σας αρέσει τότε θα υπάρχει και η συνέχεια...

"MEMENTO MORI"
Κεφάλαιο 1



"Αυτό είναι το ημερολόγιό μου. Μένω στην Αθήνα , σε μια περιοχή όχι και τόσο μακριά από το κέντρο και είμαι 32 χρονών. Το όνομά μου ας μου επιτραπεί να το κρατήσω μυστικό – τον λόγο για το οποίο το κάνω αυτό θα το καταλάβετε αργότερα. Τα παρακάτω γεγονότα μπορεί να φανεί σε μερικούς ψέμα, γελοία, απίστευτα ή κι εγώ δεν ξέρω τι, αλλά προσωπικά δεν με ενδιαφέρει. Τα καταγράφω γιατί σε περίπτωση που πάθω κάτι, ο κόσμος θέλω να μάθει το τι πραγματικά έχει γίνει σε μένα αλλά και στους ανθρώπους που αγαπώ. Πριν λίγο καιρό ανακάλυψα, άθελά μου, μια Αθήνα σκοτεινή, περίεργη, μυστηριώδης. Μια Αθήνα επικίνδυνη, δαιμονική που όσο και να θέλουν κάποιοι να το κρατήσουν μυστικό δεν θα τους αφήσω. Αν καταφέρουν και φέρουν το σχέδιο τους εις πέρας και έρθουν Αυτοί τότε κανείς μας δεν θα είναι ασφαλής πια…"

- Αντώνη! Έλα γρήγορα κάτω! Το φαγητό θα κρυώσει!
- Έρχομαι…

Έκλεισε αμέσως το σκονισμένο μαύρο δερμάτινο βιβλίο που μόλις ανακάλυψε, το έβαλε κάτω από την μασχάλη του και έτρεξε να κατέβει τις σκάλες της σοφίτας κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Μόλις έφτασε στην κουζίνα ο Αντώνης, ένα νεαρό αγόρι που πριν λίγες μέρες είχε κλείσει τα 28 του χρόνια, είδε την μητέρα του να βάζει και το δικό της πιάτο στο τραπέζι.

- Που ήσουν τόση ώρα; Σε φωνάζω, δεν ακούς; του είπε κάπως νευριασμένα.
- Ήμουν πάνω στην σοφίτα και έψαχνα να βρω κάτι για την σχολή και είχα αφαιρεθεί, της είπε καθώς καθόταν και ετοιμάζονταν να φάει.
- Μμμ… Πόσες φορές σου έχω πει να μην ανεβαίνεις μόνος σου στην σοφίτα; Και αν πέσει τίποτα και σε χτυπήσει και πάθεις τίποτα; Μόνο εσένα έχω από τότε που χάθηκε ο πατέρας σου.
- Ανησυχείς για το τίποτα… Δεν είμαι δα και κανένα μικρό παιδί.
- Καλά. Φάε το φαγητό σου τώρα, του είπε χαμογελώντας.

Ήξερε πολύ καλά το πώς να απαντάει στην μητέρα του, χωρίς να την στεναχωρεί. Από τότε που χάθηκε ο πατέρας του Αντώνη πριν 8 χρόνια είχαν μόνο ο ένας τον άλλον. Η μητέρα του, αν και μικρή σε ηλικία, φαίνονταν κουρασμένη και αρκετά χρόνια γηραιότερη. Είχε επωμιστεί όλες τις ευθύνες από τότε που η "αγάπη της", όπως τον έλεγε από την πρώτη στιγμή που τον είδε, βρέθηκε νεκρός στο μπάνιο με κομμένες τις φλέβες του. Το γεμάτο αίματα μπάνιο ήταν και πρώτο πράγμα που αντίκρισε η ίδια και το πρώτο πράγμα που έβλεπε στους εφιάλτες της για πολλά χρόνια. Αυτοκτονία είπε η αστυνομία, αλλά αυτή δεν τους πίστεψε. Ο άντρας της ήταν ευτυχισμένος, το ήξερε - όχι ήταν σίγουρη - και δεν θα μπορούσε άλλωστε να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν υπήρχε κίνητρο. Από τότε όλα δυσκόλεψαν. Όλα. Αλλά η ίδια έδειχνε να αντέχει και το μονάκριβο παιδί της, ο Αντώνης της, ήταν ότι της είχε μείνει για να της δίνει ελπίδα.

- Τι είναι αυτό; είπε η μητέρα του Αντώνη βλέποντας το δερμάτινο βιβλίο πάνω στο τραπέζι.
- Α, το βρήκα πάνω στη σοφίτα καθώς έψαχνα. Το βρήκα ενδιαφέρον και το κατέβασα κάτω.
- Αυτός ο πατέρας σου... Ίδιος ο παππούς σου. Ό,τι παλιατζούρα βρει την κρατούσε. Και ποιο το αποτέλεσμα; Γεμίσαμε με άχρηστα πράγματα στην σοφίτα. Το Σαββατοκύριακο θα με βοηθήσεις να τα καθαρίσουμε. Ίσως βρούμε και πουλήσουμε τίποτα από όλη αυτή την παλιατζούρα που υπάρχει εκεί πάνω.
- Καλά... Ουφ… Έσκασα! Όπως πάντα τέλειο το φαγητό σου. Πάω για ύπνο. Αύριο πρέπει να πάω στην σχολή με τον Μίλτο. Καληνύχτα μαμά.

Σηκώθηκε, πήρε το βιβλίο από το τραπέζι, την φίλησε στο μάγουλο και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες προς το δωμάτιό του.

- Καληνύχτα. Α, και μην ξεχάσεις να πεις στον φίλο σου ότι ακόμα περιμένω αυτό το δέμα από την μητέρα του.
- Εντάξει, φώναξε γελώντας.

Το δωμάτιο του Αντώνη ήταν γεμάτο αφίσες από ταινίες. Πάντα, από τότε που θυμάται τον εαυτό του, ήθελε να γίνει σκηνοθέτης αλλά δυστυχώς οι συνθήκες τον ανάγκασαν να το εγκαταλείψει κι αυτό, όπως τόσα άλλα όνειρα που έκανε μικρός - όνειρα που πλέον ξεθώριαζαν όπως και οι παλιές αφίσες στους τοίχους του δωματίου του. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Η νύχτα ήταν απλά πανέμορφη, καλοκαιρινή. Η Αθήνα για άλλη μια βραδιά έσφυζε από ζωή και οι ήχοι της πόλης γέμιζαν το σκοτεινό του δωμάτιο. Η αγωνία του όμως να συνεχίσει το "ημερολόγιο" αυτού του άγνωστου τον έκαναν να μην προσέξει τίποτα απ’ όλα αυτά. Το μαύρο δερμάτινο βιβλίο ήταν αρκετά σκονισμένο ενώ οι περισσότερες σελίδες του ήταν σκισμένες ενώ άλλες μουτζουρωμένες. Μαύρες κηλίδες (μελάνι;) είχαν ποτίσει στις σελίδες και έκανε μερικές λέξεις δυσανάγνωστες. Όμως αυτό τον ιντριγκάρε περισσότερο. Ήθελε να μάθει περισσότερα γι’ αυτό τον μυστηριώδη συγγραφέα. Με μιας το άνοιξε και συνέχισε την ανάγνωσή του.

"26 Νοεμβρίου

Μόλις είχα φύγει από το σπίτι της Τζένης στο Γκ…ι, σχεδόν ξημερώματα. Είχαμε πάει εγώ και η Γι… για να τις ευχηθούμε για τα γενέθλιά της. Αφού αποχωρίστηκα και με την Γιάννα, άρχισα να κατεβαίνω την Ο…ως. Ο καιρός ήδη άρχισε να γίνεται όλο και πιο κρύος και ο κόσμος δεν κυκλοφορούσε και πολύ έξω, πόσο μάλλον και καθημερινή. Λίγα βήματα πιο κάτω παρατήρησα πως ήμουν … μόνος στον δρόμο. Αυτό με έκανε να νοιώσω κάπως άβολα αλλά συνέχισα με κάπως πιο γρήγορο βήμα. Τότε ήταν που ένιωσα πως κάποιος με παρακολουθεί. Προσπάθησα να ηρεμήσω τον εαυτό μου λέγοντας συνέχεια πως φταίει το …, μέχρι που άρχισα να ακούω βήματα και κάτι σαν ψίθυρους πίσω μου. Σταμάτησα και γύρισα να δω ποιος είναι αλλά δεν είδα κανέναν. Τότε άρχισα να πηγαίνω σχεδόν τ…ας προς το σπίτι μου όπου, ευτυχώς, δεν ήταν και πολύ μακριά. Όταν έφτασα έβγαλα όσο πιο γρήγορα μπορούσα τα κλειδιά (τα βήματα έρχονταν ολοένα και πιο κοντά ενώ οι ψ… γίνονταν ολοένα και πιο πολλοί – κοιτούσα … … … αλλά δεν έβλεπα κα…), άνοιξα την πόρτα, μπήκα και κλείδωσα. Από το τζάμι είδα σκιές να σταματούν απ’ έξω. Κοντοστάθηκαν για λίγο αλλά μετά …! Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Νόμιζα πως ήταν κ…. Πόσο λάθος έκανα τότε!
"

Τι σήμαιναν όλα αυτά; Ποιός ή ποιά τα έγραφε; Όλα αυτά που διάβαζε τον έκαναν να αισθάνεται κάπως άβολα. Διάφορες εικόνες γέμιζαν το μυαλό του, εικόνες περίεργες και τρομαχτικές συνάμα. Η επόμενη παράγραφος ήταν μουτζουρωμένη. Γύρισε την σελίδα αλλά το μόνο που είδε ήταν μια φωτογραφία


και από κάτω με μεγάλα γράμματα Memento Mori!! Κάπου την είχε ξαναδεί αυτή την φωτογραφία και μάλιστα πολύ πρόσφατα αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί που. Στην πιο δίπλα σελίδα το "ημερολόγιο" συνέχιζε…

"3… ...ου

Η Γιάννα δεν σηκώνει το τηλέφωνό της εδώ και τρεις μέρες. Της το είπα να μην με ακολου... αλλά νόμιζε πως την .... Και τώρα λείπει…!! Θεέ μου! Τι έκανα; Είμαι σίγουρος πλέον πως την έχουν κι αυτή εκεί. Φίλοι μου, ..., όλοι! Σιγά-σιγά χάνονται και Αυτοί είναι πίσω απ’ όλα αυτά. Θέλουν να με τρελάνουν. Θέλουν να με φοβίσουν. Νομίζουν πως παίρνοντας μαζί τους νομίζουν πως θα με κάνουν να τα παρατήσω. ΧΑ!! Είναι γελασμένοι. Η ... πια με θεωρεί τρελό. Αλλά ξέρω πολύ καλά τι κάνω. Το Μ… δεν έπρεπε να γίνει ποτέ. Ανοίξαμε τις Πύλες της Κο...ως κάτω από τα πόδια μας και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι!
"

- Μαλακίες! είπε καθώς κοιτούσε την ώρα. Ωχ! Πήγε κιόλας 2; Πωωω! Πρέπει να κοιμηθώ γιατί αύριο δεν θα σηκώνομαι, σκέφτηκε και άφησε το βιβλίο στο κομοδίνο του, έκλεισε το φως και βυθίστηκε σε ένα από τους πιο βαθύς ύπνους που έχει κάνει ποτέ του…


55 και σήμερα...